«Η Συμφωνία των Πρεσπών κατοχυρώνει πλήρως τα εθνικά μας συμφέροντα»

32

Την ερχόμενη εβδομάδα έρχεται στη Βουλή η Συμφωνία των Πρεσπών. Τι σημαίνει η ψήφισή της, για τη χώρα, για την Αριστερά, για εσάς προσωπικά;

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα ιστορικό βήμα όχι μόνο για τις δύο χώρες και την ευρύτερη περιοχή, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί εδραιώνει σχέσεις φιλίας, συνεργασίας και σταθερότητας σε μια συγκυρία κατά την οποία ο κόσμος διαρκώς αποσταθεροποιείται. 

Με τις Πρέσπες κλείνει μια αντιπαράθεση δεκαετιών, η οποία χρησίμευε για να εκτρέφει τον εθνολαϊκισμό και την πατριδοκαπηλία και από τις δύο πλευρές. Και η Συμφωνία είναι ιστορική ακριβώς γιατί, για να φτάσουμε ως εδώ, χρειάστηκε να πούμε ένα μεγάλο όχι στις επικίνδυνες αυτές τάσεις, οι οποίες στην Ευρώπη βρίσκονται σε διαρκή ισχυροποίηση και άνοδο. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να είμαστε υπερήφανοι. Η Συμφωνία, προϊόν μακράς και επίπονης διαπραγμάτευσης, κατοχυρώνει πλήρως τα εθνικά μας συμφέροντα, βάζει  οριστικό τέλος στην καπηλεία της Ιστορίας και στον αλυτρωτισμό και ταυτόχρονα σέβεται την αξιοπρέπεια όλων των πλευρών. Η κύρωσή της αποτελεί πατριωτικό καθήκον. Και η πλειοψηφία της Βουλής θα ανταποκριθεί στο καθήκον αυτό, αφήνοντας στην άκρη πολιτικές διαφορές και μικροπολιτικά παιχνίδια σκοπιμότητας.         

Συμμερίζεστε την εκτίμηση ότι ο Κ. Μητσοτάκης τρέμει μήπως δεν περάσει η Συμφωνία; 

Όλον αυτό τον καιρό, ο κ. Μητσοτάκης έχει επιδοθεί σε μια χωρίς προηγούμενο διγλωσσία. Στο εσωτερικό της χώρας έχει υιοθετήσει χωρίς προσχήματα την γραμμή της Ακροδεξιάς, φτάνοντας στο σημείο να προσφέρει πολιτική κάλυψη ακόμα και σε απαράδεκτες πρακτικές βίας και εκφοβισμού, τις οποίες αρνείται να καταδικάσει. Έχει παραχωρήσει τη διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής και τη δημόσια εκπροσώπηση του κόμματός του στην ακραία δεξιά πτέρυγα του κ. Σαμαρά. Και αυτό κάποια στιγμή θα το βρει μπροστά του, αλλά είναι δικό του θέμα. 

Την ίδια στιγμή, στους Ευρωπαίους συνομιλητές του, ο κ. Μητσοτάκης στέλνει μηνύματα διαλλακτικότητας, όπως είδαμε από τις αποκαλύψεις αξιωματούχων του ΕΛΚ, αλλά και από όσα έγιναν γνωστά για τις επαφές της κ. Σπυράκη με τον ίδιο τον Ζάεφ. Θα θεωρούσα λοιπόν εύλογο να ανησυχεί ο κ. Μητσοτάκης ότι αν κληθεί να διαχειριστεί αυτή την υπόθεση, όλο αυτό το θέατρο που έχει στήσει, θα μετατραπεί σε χάος. Ευτυχώς, δεν θα χρειαστεί. Μένω όμως στο πόσο ανεύθυνο, ανήθικο και επικίνδυνο είναι να παίζει κανείς με την Ακροδεξιά και την πολιτική του μίσους για να κερδίσει κάποιο πρόσκαιρο εκλογικό όφελος. Και αυτό είναι κάτι που από τη μεγάλη δημοκρατική πλειοψηφία της κοινωνίας δεν περνάει απαρατήρητο.         

Τι λέτε στους ανθρώπους που θα είναι σήμερα στο συλλαλητήριο, τους κατατάσσετε και αυτούς στην Ακροδεξιά ;

Σε μια δημοκρατική κοινωνία, το δικαίωμα των πολιτών να διαδηλώνουν ειρηνικά για τις απόψεις τους είναι αδιαπραγμάτευτο. Και διαφωνώ απόλυτα και κατηγορηματικά με θέσεις που ισχυρίζονται ότι όποιος αντιτίθεται στη Συμφωνία των Πρεσπών είναι φασίστας. Θεωρώ όμως ότι είναι υποχρέωση όλων να απομονώσουν τις ακραίες ομάδες -που φαντάζομαι ότι θα επιχειρήσουν να χειραγωγήσουν και αυτό το συλλαλητήριο- αλλά και να απέχουν από εκδηλώσεις και συνθήματα μίσους. Έχει υπάρξει αρκετό εμφύλιο μίσος στην Ιστορία αυτού του τόπου. Φτάνει. ΟΙ αντιπαραθέσεις πρέπει να γίνονται με επιχειρήματα και διάλογο.

Την πρόταση, όμως, που κάνατε στον κ. Μητσοτάκη για τηλεοπτικό διάλογο σε διακαναλική μετάδοση, εκείνος την απέρριψε. Γιατί;

Ο κ. Μητσοτάκης επιλέγει τον εύκολο δρόμο των συνθημάτων και των τσιτάτων. Τον φοβίζει ο απευθείας ζωντανός διάλογος, γιατί ένας τέτοιος διάλογος απαιτεί επιχειρήματα που μπορούν να σταθούν. Είναι προφανές ότι για το «Μακεδονικό» δεν έχει τέτοιου είδους επιχειρήματα, και τα επιχειρήματα που επικαλείται δεν τα πιστεύει. Επιλέγει την παραδοξολογία απέναντι στο ορθό λόγο, τη λαθροχειρία απέναντι στην αλήθεια, την πατριδοκαπηλία απέναντι στην πατριωτική ευθύνη. Πιστεύετε ότι σε μια ζωντανή τηλεοπτική συζήτηση αυτό δεν θα γινόταν ορατό; Γι’ αυτό αρνήθηκε.

Δεν θεωρείτε δηλαδή σοβαρά τα επιχειρήματα που επικαλείται ο κ. Μητσοτάκης για παραχώρησης γλώσσας και εθνότητας; 

Αυτά τα επιχειρήματα αποτελούσαν από την αρχή πρόσχημα. Ήταν μια συνειδητή λαθροχειρία από τη μεριά  του κ. Μητσοτάκη. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο αγγλομαθής κ. Μητσοτάκης αδυνατεί να ξεχωρίσει τον όρο nationality από τον όρο ethnicity. Να κατανοήσει δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην ιθαγένεια και την εθνότητα. Σε κάθε περίπτωση, η διευκρινιστική δήλωση των γειτόνων μας, με τη νομικά δεσμευτική ρηματική διακοίνωση που απέστειλαν, κλείνει κάθε συζήτηση, ακόμα και για τον πλέον κακόπιστο. Η Συμφωνία καθορίζει μόνο ιθαγένεια και όχι εθνότητα. Παραδέχονται πως η γλώσσα τους είναι σλαβική και η πολιτιστική τους κληρονομιά δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία Μακεδονία. Όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν έχει παρά να διαβάσει την προχθεσινή ανακοίνωση του εθνικιστικού VMRO για τη ρηματική διακοίνωση. Τελικά, το VMRO και η Ν.Δ. αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της πατριδοκαπηλίας.

Έγινε μεγάλη συζήτηση για την ψήφο εμπιστοσύνης. Είναι αποστάτες αυτοί που στήριξαν την κυβέρνηση; Είναι πολιτικός τυχοδιώκτης ο Δανέλλης;

Αυτό που βλέπω εγώ είναι τη διακαή αγωνία της Νέας Δημοκρατίας να πέσει αυτή η κυβέρνηση. Ήθελαν να πέσει για να μην βγάλει την χώρα από τα Μνημόνια, για να μην εφαρμόσει το μεταμνημονιακό κοινωνικό και αναπτυξιακό της πρόγραμμα, για να μην προχωρήσει η συνταγματική αναθεώρηση, για να μην προχωρήσει η διερεύνηση των σκανδάλων. Χρησιμοποίησαν κάθε μέσον. Από τα παρακάλια στους θεσμούς να κοπούν οι συντάξεις μέχρι τα ακροδεξιά παιχνίδια με τις Πρέσπες που ανέφερα προηγουμένως. Και τις προηγούμενες μέρες επιστράτευσαν ακόμα και λάσπη, πίεση και απειλές. Δεν κατάφεραν τίποτα από όλα αυτά. 

Όλα τα προηγούμενα χρόνια, υπήρξε μια τίμια πολιτική συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛΛ. και τον Πάνο Καμμένο, ο οποίος, παρά τα όποια προβλήματα και τις αντιφάσεις, που ήταν λογικό να προκύψουν, έβαλε πλάτη για να τελειώσει το πρόγραμμα και να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα. Η συνεργασία αυτή έκλεισε τον κύκλο της λόγω της διαφωνίας για τις Πρέσπες. Όσοι όμως επέλεξαν να στηρίξουν την κυβέρνηση, το έκαναν με βάση τη συνείδησή τους. Πολιτικοί τυχοδιώκτες είναι αυτοί που φωνάζουν για τις Πρέσπες,  ενώ στο μυαλό τους έχουν μόνο εκλογές. Αυτοί υπέστησαν μια μεγάλη ήττα. Τώρα θα πιουν το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Θα έρθουν στη Βουλή να ψηφίσουν ενάντια στη λύση του «Μακεδονικού» που οι ίδιοι για χρόνια υποστήριζαν. Μετά θα έρθουν να ψηφίσουν και ενάντια στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Και ακολούθως θα έρθουν και θα ψηφίσουν ένα-ένα τα μέτρα που θα φέρουμε και τα οποία έχουν καταγγείλει ως «ανεύθυνη παροχολογία». Το ψέμα και η πολιτική υποκρισία έχουν κοντά ποδάρια.        

Η σχέση σας με τον Πάνο Καμένο ποια θα είναι από ’δω και στο εξής;

Πιστεύω ότι θα είναι ειλικρινής και φιλική όπως πάντα. Δώσαμε δύσκολες μάχες μαζί. Ήταν μια έντιμη συνεργασία. Τα αισθήματά μου θα είναι πάντοτε φιλικά, παρά την πολιτική αντιπαράθεση. Και πιστεύω ότι σε μια σειρά θεμάτων, όπως, για παράδειγμα στην αντιπαράθεση με τη διαπλοκή, θα συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες μαζί. Ωστόσο θεωρώ, και του το είπα, ότι έχει κάνει λάθος επιλογή. Είχε την ευκαιρία, μετά από μια τετραετή διαδρομή σε μια επιτυχημένη διακυβέρνηση που έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια κρατώντας όρθια την κοινωνία, να επιχειρήσει να καλύψει το μεγάλο κενό που δημιουργεί στην Κεντροδεξιά η αποχώρηση της Ν.Δ. από τον μεσαίο χώρο για χάρη της ακροδεξιάς της τάσης. Επέλεξε να μην το επιχειρήσει. 

Ωστόσο σας κατηγορεί ότι δεν έχετε λαϊκή εντολή να προχωρήσετε στη Συμφωνία των Πρεσπών. Τι απαντάτε ;

 Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε τη λαϊκή εντολή με καθαρή τη θέση του για το «Μακεδονικό» εδώ και δεκαετίες. Επίσης, στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης είχε διατυπωθεί η εθνική γραμμή. Ίσως τότε να μην έδωσε κανείς ιδιαίτερη σημασία, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Τις τελευταίες μέρες οι Παμμακεδονικές Ενώσεις επανέφεραν κατηγορίες εναντίον του Ν. Κοτζιά, που είχε υπονοήσει και ο Π. Καμμένος. Τι έχετε να σχολιάσετε ;

Είναι θλιβερό όλο αυτό. Δε θα μπω καν στον κόπο να σχολιάσω ή να προσπαθήσω να αποδείξω ότι κάποιος δεν είναι ελέφαντας. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, είναι αυτός που οφείλει να έχει αποδείξεις και να τις προσκομίσει στη Δικαιοσύνη.

Πέρα από οποιαδήποτε πολιτική διαφωνία, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εντιμότητα, την ακεραιότητα και τον πατριωτισμό του Νίκου Κοτζιά. Η συμβολή του στην αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας υπήρξε καθοριστική. 

Στον δρόμο προς τις ευρωεκλογές, προσπαθείτε μαζί με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και των Πράσινων να δημιουργήσετε έναν προοδευτικό πόλο. Το θεωρείτε εφικτό; 

Η δημιουργία ενός προοδευτικού πόλου είναι αναγκαία. Αν ξεκινήσουμε από αυτό, το να γίνει εφικτή είναι στο χέρι μας. Το ευρωπαϊκό μοντέλο που διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όριά του. Και αυτό γιατί τα νεοφιλελεύθερα δόγματα πάνω στα οποία βασίστηκε δεν δίνουν ελπίδα και προοπτική στις κοινωνίες. Δείτε τι γίνεται σήμερα στην Ευρώπη. Πανίσχυρα πολιτικά συστήματα και κόμματα εξουσίας με ιστορία και παράδοση μισού αιώνα έχουν οδηγηθεί σε κατάσταση αναπότρεπτης φθοράς, ακόμη και κατάρρευσης. Και αυτό, γιατί  οι πολίτες δεν έχουν πλέον καμία προσδοκία από αυτά. Δημιουργείται λοιπόν ένα τεράστιο πολιτικό κενό. 

Και το ερώτημα είναι ποιος θα το καλύψει. 

Θα είναι η νέα Δεξιά, η σύγχρονη μορφή Ακροδεξιάς με τα ακραία λαϊκιστικά συνθήματα; 

 Ή μήπως είναι αναγκαία μια δημοκρατική, προοδευτική και αριστερή συστράτευση για την κάλυψη αυτού του πολιτικού κενού;  

Εμείς λέμε το δεύτερο. Αποτελεί υποχρέωση όλων των δυνάμεων που υπερασπίζονται τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη να διαμορφώσουν έναν ισχυρό προοδευτικό πόλο και να υποδείξουν έναν εναλλακτικό δρόμο. Αυτό σκεφτόμαστε εμείς στην Αριστερά, αυτό σκέφτεται η αριστερή πτέρυγα της Σοσιαλδημοκρατίας, αυτό σκέφτονται οι Πράσινοι. Για να το καταφέρουμε, πρέπει να καθίσουμε σε ένα τραπέζι, να υπερβούμε τις παραδοσιακές προκαταλήψεις, τους βολικούς σεχταρισμούς, τις ιδιοτέλειες. Και να διαμορφώσουμε ένα ρεαλιστικό και ταυτόχρονα επαναστατικό σχέδιο για μια δημοκρατική  κοινωνική Ευρώπη. Οι ευρωεκλογές είναι μια ευκαιρία να επιταχύνουμε αλλά πρέπει να εργαστούμε σοβαρά. Οι καιροί δεν μας περιμένουν.        

Και πώς εκφράζεται αυτή η στρατηγική στην Ελλάδα, με τις πολιτικές ιδιαιτερότητες της και την ειδική πολιτική συνθήκη που δημιούργησε η κρίση; 

Στην Ελλάδα, η περιπέτεια των Μνημονίων έχει προκαλέσει τεκτονικές ανακατατάξεις στο πολιτικό σύστημα. Έτσι, σε ένα τμήμα του προοδευτικού μεσαίου χώρου υπάρχει σήμερα κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Το βάρος της συγκρότησης ενός προοδευτικού πόλου πέφτει εκ των πραγμάτων στη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά θέλουμε να προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς ηγεμονισμούς. Επιδιώκουμε τον διάλογο με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις πάνω σε κάποιους σταθερούς άξονες: την αντιπαράθεση με την Ακροδεξιά, τη δίκαιη ανάπτυξη, την ενίσχυση της εργασίας και του εισοδήματος των εργαζομένων,  την οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού κράτους, τις αναγκαίες τομές για την εμβάθυνση και την ενίσχυση της ποιότητας της δημοκρατίας και των θεσμών. Αυτές είναι οι βάσεις ενός σχεδίου που μπορεί να συσπειρώσει τη μεγάλη προοδευτική πλειοψηφία της κοινωνίας.   

Στην ομιλία σας στη Βουλή, μιλήσατε για αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η Συμφωνία των Πρεσπών λειτουργεί ως καταλύτης για την επιτάχυνση μιας διαδικασίας που ούτως ή άλλως θα συνέβαινε την εποχή της επιστροφής στην κανονικότητα, μετά τα Μνημόνια. Στην Ελλάδα, διαχρονικά, υπήρχαν δύο ισχυροί πολιτικοί πόλοι. Αυτός της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης και αυτός της συντηρητικής. Τις δεκαετίες του ’80, του ’90 και του 2000 αυτό το ζήσαμε με τη μορφή ενός άγονου δικομματισμού. Σήμερα δίνεται η ευκαιρία να περάσουμε σε έναν γόνιμο διπολισμό ανάμεσα στην προοδευτική και τη συντηρητική παράταξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα παίζει ασφαλώς κεντρικό ρόλο στον προοδευτικό πόλο, αλλά ούτε επιθυμεί ούτε μπορεί να είναι μόνος του. Επιθυμεί να συγκροτήσει μια ευρεία συμπαράταξη, έναν αστερισμό ολόκληρο, που θα συγκροτείται στη βάση των προγραμματικών συγκλίσεων και του ισότιμου διαλόγου.  

Σε αυτόν τον προοδευτικό πόλο βλέπετε και κόμματα που σήμερα σάς ασκούν σφοδρότατη κριτική; Βλέπετε την κ. Γεννηματά ή τον κ. Θεοδωράκη; 

Δεν με ενοχλεί που η κ. Γεννηματά και ο κ. Θεοδωράκης μου ασκούν σφοδρή κριτική. Με ενοχλεί ότι η κριτική αυτή είναι άδικη και πολλές φορές ταυτίζεται με τα επιχειρήματα της Δεξιάς.

Ωστόσο, στο τέλος της ημέρας, όλες οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται να πάρουν θέση στο πολιτικό φάσμα όχι στη βάση της ρητορικής τους, όσο έντονη και αν είναι αυτή, αλλά στη βάση της θέσης τους πάνω σε κρίσιμα, ιστορικά διλήμματα. Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα τέτοιο δίλημμα. Επαναφέρει τις διαχωριστικές γραμμές στην ουσιαστική πολιτική διάκριση, ανάμεσα στην πρόοδο και στη συντήρηση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία έχει πάρει σαφή και ξεκάθαρη θέση.

Η πολιτική συμμαχιών για τη διακυβέρνηση του τόπου είναι, επίσης, μια τέτοια κρίσιμη θέση. Αν οραματίζεσαι την προοδευτική διακυβέρνηση, η επιδίωξη μετεκλογικής συνεργασίας με τη Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη, που έχει μάλιστα συνειδητά επιλέξει να τοποθετηθεί στα άκρα του ΕΛΚ, μαζί με τα κόμματα του κ. Όρμπαν ή του κ. Κουρτς, δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή για δυνάμεις που επιθυμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές.

Αν όμως ΚΙΝ.ΑΛΛ. και Ποτάμι επιμείνουν σε αυτές τις θέσεις ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με βάση το πρόγραμμα και τις θέσεις απέναντι στα μεγάλα διακυβεύματα της εποχής μας, την ανάγκη συνέχειας της προοδευτικής διακυβέρνησης και την ανάγκη μετώπου στον νεοφιλελευθερισμό και στην Ακροδεξιά, θα απευθύνει κάλεσμα συνεννόησης και συμπόρευσης σε όλες τις δυνάμεις του προοδευτικού χώρου. Αλλά και στους πολίτες, τα στελέχη, τις προσωπικότητες που ανήκουν ή δεν ανήκουν σε κάποια συλλογικότητα. Το κάλεσμα αυτό δεν γίνεται ούτε με όρους, ούτε με αστερίσκους, ούτε με προϋποθέσεις. Είναι ειλικρινές. Από εκεί και πέρα, η στάση του καθενός στις μεγάλες και κρίσιμες αποφάσεις είναι αυτή που θα καθορίσει και το πολιτικό του πρόσημο. Και οι πολίτες θα αποφασίσουν.

Το τέλος των Μνημονίων σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής, που θα έχει στο επίκεντρο την κοινωνική πλειοψηφία. Αυτό λέτε από τον περασμένο Αύγουστο. Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας μέχρι το τέλος αυτής της κοινοβουλευτικής περιόδου;

Είχαμε δεσμευτεί από την πρώτη στιγμή ότι τα οφέλη της ανάκαμψης θα τα καρπωθούν αυτοί που σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, στη ΔΕΘ, εξαγγείλαμε το σχέδιο της πρώτης μεταμνημονιακής περιόδου, που περιελάμβανε μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων, ενίσχυση του κόσμου της εργασίας και μέτρα επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας. Ξεκινήσαμε την υλοποίησή του κατά γράμμα. Οι επόμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες αφορούν μέτρα όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού, η επέκταση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, η ρύθμιση των 120 δόσεων, το επίδομα στέγασης και ενοικίου. Ταυτόχρονα, υπάρχει η συνταγματική αναθεώρηση, που ανοίγει τον δρόμο για τη θωράκιση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς και η προώθηση της συμφωνίας του κράτους με την Εκκλησία. Ενώ πρωτοβουλίες προοδευτικού δημοκρατικού εκσυγχρονισμού είναι προγραμματισμένες σε όλους τους τομείς του κυβερνητικού έργου. Η έξοδος της χώρας από τα Μνημόνια και την επιτροπεία δίνει στην κυβέρνηση της Αριστεράς τη δυνατότητα να χαράξει το αποτύπωμά της και να αναδείξει το κοινωνικό πρόσημο της πολιτικής της.     

Στις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, ποιο θα είναι το βασικό δίλημμα; Συμμερίζεστε τη ρήση του Κλίντον, it’s the economy, stupid?

Θεωρώ ότι οι διαχωριστικές γραμμές έχουν τραβηχτεί ήδη. Ο κ. Μητσοτάκης έχει μιλήσει ήδη για το ασφαλιστικό Πινοσέτ, για την ελαστική απασχόληση και τη μείωση του εργατικού κόστους, για τη μετατροπή των σχολείων και των δημόσιων πανεπιστημίων σε κερδοσκοπικού χαρακτήρα επιχειρήσεις, για ένα σχέδιο φοροαπαλλαγών που θα προσφέρει στους ισχυρούς και το οποίο θα δημιουργήσει ένα τεράστιο δημοσιονομικό κενό που θα καλυφθεί με καταδίκη του κόσμου της εργασίας σε αιώνια λιτότητα. Είναι μια αντίληψη που βρίσκεται στον αντίποδα του δικού μας προγράμματος, το οποίο υπηρετεί τη δίκαιη ανάπτυξη, τη στήριξη των πολλών, το δικαίωμα όλων σε εργασιακή αξιοπρέπεια και σε ένα βιώσιμο κοινωνικό κράτος. Θεωρώ ότι οι εκλογές του ερχόμενου Οκτωβρίου θα έχουν ένα πεντακάθαρο προγραμματικό δίλημμα, πάνω στο οποίο θα κληθεί να τοποθετηθεί η κοινωνία. Και σας διαβεβαιώνω ότι εμείς θα επιμείνουμε στην προγραμματική αντιπαράθεση, όσο και αν η Ν.Δ. επιλέξει να δώσει την πολιτική μάχη στο πεδίο της λάσπης, της ατάκας και του φτηνού επικοινωνιακού πολέμου.        

Τι λέτε στους αριστερούς που απογοητεύτηκαν και απομακρύνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Θα ήταν υποκρισία να αρνηθούμε ότι η έκβαση της διαπραγμάτευσης του 2015 ήταν τραυματική για έναν ολόκληρο κόσμο. Όμως, η κοινωνία μάς έδωσε ξανά την εμπιστοσύνη της τον Σεπτέμβριο του 2015 και εμείς κάναμε αυτό που είχαμε υποσχεθεί. Βγάλαμε τη χώρα από τα Μνημόνια και εφαρμόζουμε μια προοδευτική πολιτική ανάκαμψης με κοινωνικό πρόσημο. Είναι η ώρα που η Αριστερά ξαναχτίζει τις κοινωνικές της συμμαχίες στη βάση ενός σχεδίου για το μέλλον και την ανασυγκρότηση της χώρας. Και σε μια τέτοια συμμαχία έχουν θέσει όλοι, ακόμα και αυτοί που πρόσκαιρα απογοητεύτηκαν και απομακρύνθηκαν. Η Ακροδεξιά και ο σκληρός νεοφιλελευθερισμός  επιδιώκουν να πάρουν τη ρεβάνς. Το παλιό σύστημα εξουσίας, που ευθύνεται για τη χρεοκοπία της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας, με τις πιο ανάλγητες νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές, επιδιώκει να πάρει ρεβάνς, να παλινορθωθεί. Απέναντι σε αυτή την προοπτική, ούτε η αποστράτευση ούτε οι υπερεπαναστατικές γραφικότητες και ο βολονταρισμός μπορούν να παράξουν πολιτικό αποτέλεσμα. Χρειάζεται πολιτική παρέμβαση στο πραγματικό πεδίο, στους κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες, γιατί εκεί είναι η πραγματική μάχη για το μέλλον αυτής της χώρας. Και το λέω αυτό θεωρώντας παράλληλα ότι δική μας υποχρέωση είναι να ανταποκριθούμε με επάρκεια στα καθήκοντά μας, να είμαστε συνεπείς με τους στόχους μας, να υπηρετούμε συνεχώς την ανανέωση σε επίπεδο προγράμματος και προσώπων και να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα και τις αντιφάσεις μας. Γιατί μόνο αν είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και συνεπείς με τα λόγια μας μπορούμε να κερδίζουμε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.      

 

 

*Στην εφημερίδα «Αυγή» και στους δημοσιογράφους Άγγελο Τσέκερη και Σπύρο Ραπανάκη

Ελληνική Δημοκρατία